Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ζητᾶ ἀπό τόν Θεό νά τοῦ προσφέρει ζωή, ἀγαθά, ὑγεία, βεβαιότητες τόσο γιά τόν παρόντα χρόνο καί κόσμο, ὅσο καί γιά τήν αἰωνιότητα. Ἀντίθετα, βλέπουμε τόν Θεό, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἐπάνω στόν σταυρό, νά προσφέρει στόν ἄνθρωπο ὡς δῶρο τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό (Ἑβρ. 4,14 καί 5,1), ὡς θυσία γιά ὅλες τίς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες, τίς ἐπιλογές μας ἔργῳ καί λόγῳ, τίς πράξεις καί τίς παραλείψεις, διά τῶν ὁποίων χωριζόμαστε ἀπό ἐκεῖνον. Ἡ αὐτοπροσφορά τοῦ Χριστοῦ γίνεται κλήση γιά ὅλους μας νά πορευθοῦμε σέ μία ζωή μετανοίας καί ἀγάπης. Ἀντί νά περιμένουμε ἀπό τόν Θεό ἤ καί τούς συνανθρώπους μας, νά κάνουμε ἐμεῖς τό βῆμα, τήν ἀρχή.
Ὑπακοή στό θεῖο θέλημα
Ἐπάνω στόν σταυρό ὁ κόσμος βρῆκε καί πάλι τόν ἀληθινό του προορισμό. Γιατί ὁ κόσμος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Τριαδικό Θεό γιά νά μετάσχει στή δόξα του. Νά κοινωνεῖ μέ τόν Θεό, νά φωτίζεται ἀπό ἐκεῖνον καί νά μοιράζεται τό φῶς τῆς αἰωνιότητος καί τῆς ζωῆς. Τήν ἴδια στιγμή ὁ κόσμος ὑπάρχει καί γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Γιά νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὄχι ἁπλῶς νά ἐπιβιώνει ἐντός του, ἀλλά καί νά γνωρίζει διά τῆς φυσικῆς θεωρίας, μέσα δηλαδή ἀπό τήν ὀμορφιά καί τήν ἁρμονία τῆς κτίσης, ποιός εἶναι ὁ δημιουργός! Προϋπόθεση γι’ αὐτήν τήν ὁδό εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὁ ἄνθρωπος ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει μέ ταπείνωση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ ἀποτέλεσμα νά ὁδηγηθεῖ στή διακοπή τῆς κοινωνίας μαζί του, στήν πτώση. Ὁ Χριστός ἐπάνω στόν σταυρό μπορεῖ νά φαίνεται ὅτι πεθαίνει διαπομπευμένος καί ἔχοντας ἀπορριφθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους, τήν ἴδια στιγμή ὅμως «ἡ δύναμίς του ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται». Γι’ αὐτό καί γίνεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης. Ἐπειδή ἀποδέχεται μέ ταπείνωση τό θέλημα τοῦ Πατρός του καί τήν ἴδια στιγμή ἐπειδή ἀνέχεται οἱ ἄνθρωποι νά γίνονται ὄργανα τοῦ πονηροῦ, ὁ ὁποῖος μέ κάθε τρόπο προσπαθεῖ νά τόν θανατώσει, γιά νά μπορεῖ νά χαρεῖ τόν θρίαμβο τοῦ κακοῦ στόν κόσμο καί τήν ἀλλαγή σκοποῦ τῆς δημιουργίας.
Ἀλλαγή πορείας
Ἐπάνω στόν σταυρό ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ἀγαπήσει, νά συγχωρήσει, νά προσφερθεῖ καί νά λυτρωθεῖ. Αὐτός ὁ δρόμος δέν εἶναι ἠθικοῦ περιεχομένου, ἀλλά ὑπαρξιακοῦ. Ἀλλιῶς, ἡ χριστιανική πίστη θά ἀποσκοποῦσε στό νά γίνουμε καλύτεροι ἄνθρωποι. Σέ μία τέτοια περίπτωση δέν χρειαζόταν ὁ Χριστός νά γίνει ἄνθρωπος ἤ καί νά σταυρωθεῖ, διότι ἡ καλυτέρευση τῆς ζωῆς μας ἔχει νά κάνει μέ τήν ἔμφυτη κοινωνικότητα τοῦ ἀνθρώπου, μέ τούς νόμους καί τήν ὀργάνωση τοῦ κράτους, ὅπως ἐπίσης καί μέ τήν ἰδεολογία καί τή φιλοσοφία. Καλούμαστε στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας νά κοινωνοῦμε «Ἰησοῦν Χριστόν, καί τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α’ Κορ. 2,2), δηλαδή νά προετοιμάζουμε τήν καρδιά καί ὅλη μας τήν ὕπαρξη μας, ψυχή καί σῶμα, ὥστε ἐκεῖνος νά κατοικεῖ ἐντός μας. Ἡ ἠθική στάση ἀκολουθεῖ τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό. Μόνο μέ τήν πίστη καί τήν κοινωνία μαζί του εἶναι δυνατόν νά ἀγαπήσουμε ἀληθινά, ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς μας. Νά θυσιάσουμε τά δικαιώματά μας. Νά λυτρωθοῦμε ἀπό τόν θάνατο καί νά ἐλπίσουμε στήν ἀνάσταση. Αὐτή εἶναι ἡ ζωή τοῦ σταυροῦ.
Ἡ σταυροαναστάσιμη ζωή
Ἐπάνω στόν σταυρό ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά δώσει στόν Ἐσταυρωμένο ὡς ἀντίδωρο γιά τήν προσφορά του τίς ἁμαρτίες. Νά ἀφήσει κατά μέρος τήν αἴσθηση ὅτι ἔχει δικαιολογίες γιά τά πάθη, τίς κακίες, τή μικρότητά του. Ὁ σταυρός ἀποκαλύπτει τό ψέμα στό ὁποῖο ἔχουμε ἐπιλέξει νά ζοῦμε. Δέν εἶναι παντοδύναμος ὁ κόσμος. Δέν εἶναι ὅ,τι βλέπουμε ἡ μοναδική ἐπιλογή μας. Μένουμε στόν κόσμο, διότι ἡ κλήση μας εἶναι νά βροῦμε τήν ὁδό τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν. Ἀγωνιζόμαστε νά φυλαχτοῦμε ἀπό τήν ἁμαρτία. Νά ἀσκηθοῦμε διά τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας στήν κοινωνία μέ τό Θεό καί στήν ἔγνοια γιά τόν πλησίον μας. Νά διαπιστώσουμε τίς ρίζες τῶν παθῶν πού μᾶς ρυπαίνουν. Δέν εἶναι ὁ Θεός πού μᾶς ἀποστρέφεται. Εἶναι ἡ καρδιά μας πού μᾶς τραβᾶ πρός τόν κόσμο καί τά βάρη του, πού δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά τόν ἀποδεχθοῦμε. Ἐκεῖνος κατεβαίνει συνεχῶς στή ζωή μας καί ταυτόχρονα ἀνεβαίνει στόν σταυρό γιά νά μᾶς δείξει ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος. Μετάνοια, λοιπόν, καί ἀληθινή ζωή μέσα στόν κόσμο καί ὄχι φυγή ἀπό αὐτόν. Σταδιακή ἐλάττωση τῆς ἐκκοσμίκευσης καί υἱοθέτηση τῆς σταυροαναστάσιμης ζωῆς.
Γιατί αὐτός εἶναι τελικά ὁ δρόμος τοῦ σταυροῦ. Ἡ πεποίθηση καί ἡ βίωση τῆς Ἀνάστασης. Σέ ἕναν κόσμο χωρίς ἐλπίδα αἰωνιότητας, ὅπου ὁ πόνος φαίνεται ἰσχυρός καί θριαμβευτής καί ὅπου ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά λησμονήσει καί τά πάθη καί τίς δοκιμασίες καί τόν θάνατο, ἡ χριστιανική ζωή εἶναι ἠθελημένη πορεία πρός τόν σταυρό, μέ τήν ἐλπίδα ὅμως καί τήν προσδοκία τῆς ἀνάστασης. Ξέρουμε ὅτι ὅπως ὁ Κύριος ἀναστήθηκε, τό ἴδιο θά γίνει καί μέ μᾶς. Καί τότε βλέπουμε τόν κόσμο ὅπως ἀληθινά πλάστηκε. Γιά νά μετάσχει καί αὐτός, ἀλλά καί ἐμεῖς στή δόξα τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Ἡ ὁδός λοιπόν τῆς χαρμολύπης τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀνάστασης ἄς εἶναι τό δῶρο πού ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό, καθώς προσκυνοῦμε στή μέση της Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τόν Τίμιο Σταυρό στούς ναούς μας καί τά ὑπόλοιπα θά μᾶς προστεθοῦν! Ἀμήν!
